Έκθεση με θέμα «Πώς πέρασα το Πάσχα» :ppp
310310
(Ναι, ξέρω, έχει περάσει ένας-μήνας-και, αλλά, bof, άμα δεν υπάρχει μια σεβαστή διαφορά φάσης ανάμεσα στα γεγονότα και το post πώς θα καταλάβετε ότι είναι δικό μου, ε?)
Taxi για το αεροδρόμιο, για πρώτη φορά, ας όψεται ο τραυματισμός της μέσης. Φτάνω στο CDG και σε παίρνω τηλέφωνο να σου πω πως έφτασα και πως δε με απήγαγε ο chauffeur. Γελάς, φυσικά.
Φτάνω στο σπίτι τόσο κουρασμένη. Όπως πάντα, η μέρα του ταξιδιού μου έχει φανεί τεράστια και το άλλο μου σπίτι είναι πολύ μακριά. Κι όπως πάντα, είναι τόσο παράξενο και μαζί τόσο οικείο να είμαι ξανά σπίτι. Στο κανονικό. Αυτό στο οποίο η μαμά Χ. μου φτιάχνει χαμομήλι να πιω πριν κοιμηθώ και φιλάω το μπαμπά Π. για καληνύχτα και μετά πάω να κοιμηθώ μαζί τους στο διπλό, αλλά εντάξει, δε χωράμε, κι ο μπαμπάς Π. αυτοεξορίζεται για να κοιμηθεί η μαμά Χ. με το κοριτσάκι της, αλλά δεν τον πειράζει γιατί είμαι εκεί να τον φιλήσω για καληνύχτα και, ναι, η λέξη – κλειδί είναι το «εκεί».
Κι ύστερα, την άλλη μέρα, φεύγουμε για το χωριό της Kay, κι είμαστε ξανά, μετά από δεν-ξέρω-κι-εγώ-πόσα χρόνια, τρία κοριτσάκια στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κι εγώ προσπαθώ να βγάλω φωτογραφίες κι οι μικρές κάνουν γκριμάτσες και βλακείες, και τραγουδάμε και παίζουμε παιχνίδια-για-το-αυτοκίνητο, και λέμε στο μπαμπά να παίρνει τις στροφές πιο ήρεμα κι εκείνος γελάει με τα υπερευαίσθητα πλάσματά του, και χαϊδεύουμε το χέρι της μαμάς Χ. χωρίς να βλέπει ποια από τις τρεις μας είναι και τη βάζουμε να μαντέψει και προσπαθούμε να τη μπερδέψουμε, να κάνει λάθος και την κοροϊδεύουμε και γελάμε. Και το χθες μου φαίνεται τόσο μα τόσο μακριά, αλλά μετά χτυπάει το τηλέφωνο και απαντάω στα γαλλικά κι εσύ απαντάς «Ela» αλλά με τον τόνο στο «a» κι εγώ γελάω όπως πάντα στο άκουσμα της μοναδικής, σχεδόν, λέξης που έχω καταφέρει να σου μάθω στα ελληνικά, και η sis C. με τη sis A. κοροϊδεύουν, παριστάνοντας πως μιλάνε γαλλικά έτσι, κι εγώ γελάω γιατί την ίδια στιγμή εσύ παριστάνεις πως μιλάς ελληνικά - εδώ δεν έχω video να παραθέσω, αλλά σας διαβεβαιώ πως ο Μ. – αυτός που μιλάει γαλλικά και όχι σουαχίλι :p – όταν παριστάνει πως μιλάει ελληνικά είναι όλα τα λεφτά! - κι είμαι ευτυχισμένη στη μικρή στιγμή μου γιατί είναι τόση δα μικρή κι όμως χωράει σχεδόν όλον τον κόσμο μου. Και κάπως έτσι, με τα τραγούδια και τις φωτογραφίες, τα παιχνίδια και τα τηλέφωνα, φτάσαμε στο χωριό. Στο αγαπημένο μου χωριό της Kay. Το χαμένο στη μέση του πουθενά. Αυτό στο οποίο οι μέρες γεμίζουν με trivial, γέλια, παντομίμα, κι άλλα γέλια, φαγητό, βιβλία, χαζούς τσακωμούς, ύπνο κάτω από τα ζεστά παπλώματα, μια κούπα γάλα δίπλα στο τζάκι, αγκαλιές. Απ’αυτές που μπορούν να χωρέσουν όλο τον κόσμο, αλλά εκείνη τη στιγμή χωράνε μόνο εμένα. Τα βράδια βάζαμε τους μεγάλους για ύπνο και μέναμε δίπλα στο τζάκι και μιλαγαμε με τις sis και την Kay. Κι ύστερα νυστάζαμε κι εμείς και πηγαίναμε για ύπνο και κατεβαίναμε κάτω με την Kay, χωνόμαστε κάτω από τα παπλώματα, αλλά μάλλον τελικά δε νυστάζαμε και πολύ, γιατί μέναμε ξύπνιες να μιλάμε για κανα δίωρο ακόμα. Για τα μαθήματα φυσικά :p. Σα να αναπληρώνουμε σε 5 μέρες όσα δε λέμε όταν λείπω. Που δηλαδή πάλι λέμε, ποιος νομίζετε ότι χτίζει τις διεθνείς τηλεπικοινωνίες, αλλά είναι αλλιώς από κοντά.
Κι ύστερα το πρωί ξυπνάω και τρέχω πάνω, να προλάβω τα κορίτσια πριν σηκωθούν, να χουζουρέψουμε κι οι τρεις μαζί στα δύο ενωμένα κρεβάτια, όπως κάναμε παλιά στις διακοπές.
Το Σάββατο το βράδυ μετά την Ανάσταση περπατάω από την εκκλησία στο σπίτι μιλώντας γαλλικά στο τηλέφωνο και σου εξηγώ ότι γυρίζουμε τώρα σπίτι και θα φάμε, προκαλώντας σου έτσι το πολιτισμικό σοκ #827 “Maintenant ??? Vous allez manger maintenant ???” κι εγώ γελάω κι εσύ απορείς και πιθανότατα μέσα στο κεφάλι σου να λες “Mais ils sont fous ces grecs !”. Αλλά αυτό το ήξερες ήδη :p
Την Κυριακή του Πάσχα χόρτασα ήλιο, και φαγητό, πιο πολύ το πρώτο, λιγότερο το δεύτερο, αν και τίμησα υπέρ του δέοντος το τσουρέκι και το γάλα – μα αλήθεια το λέω, και μόνο η lonely θα με καταλάβει νομίζω, αυτό που μου λείπει περισσότερο στη νηστεία είναι το γάλα. Καθόμουν σε μια καρέκλα στον κήπο, διάβαζα το βιβλίο μου υπό τους ήχους παραδοσιακών, γελούσα με το σουρεάλ σκηνικό του décor – don’t ask – και με τις βλακείες της sis A., έβγαζα φωτογραφίες, με έβγαζαν φωτογραφίες, κι ύστερα έβγαζα ξανά εγώ, με το κεφάλι αυτή τη φορά. Γέμιζα εικόνες, ήχους, χρώματα, λέξεις. Γέμιζα στιγμές. Και τη Δευτέρα είχαμε όλοι τον ασήκωτο από τα κρεβάτια μας, κι έπρεπε και να ετοιμαστούμε για να φύγουμε, σνιφ κλαψ λυγμ, κι η επιστροφή ήταν όπως πάντα λιγότερο διασκεδαστική, κοιμόμαστε, λίγο, πέφτουμε σε κίνηση, πολλή, παίζουμε παιχνίδια για να περάσει η ώρα, αλλά κερδίζει μόνο ο μπαμπάς Π.
Κι όταν φτάνουμε, σα να το ήξερες, παίρνεις τηλέφωνο, κι είναι όμορφα να σ’ακούω, μου έχεις λείψει, όχι η φωνή σου, εσύ, λίγο, όχι πολύ, δηλαδή και η φωνή σου, αλλά κατάλαβες, δηλαδή δεν κατάλαβες γιατί δε θα το διαβάσεις, αλλά κατάλαβες γιατί σου έχω λείψει κι εγώ. Λίγο, όχι πολύ. “Un canard?” “Je t’ai dit, je sais pas faire de canards” “Une grenouille?” “Je me souviens plus comment on fait !” “Un papier plié en quatre?” “Bon, d’accord, je vais essayer…” “ça me suffit, ça…”
Και την Τρίτη έρχεται στην Αθήνα η Δ. – a.k.a. σούργελο, όχι που δε θα σ’έδινα! :pppp – και γυρνάμε όλη μέρα στα μαγαζιά κι ύστερα στο σπίτι, να μαγειρέψουμε, γιατί το βράδυ θα έρθουν και τα υπόλοιπα υπέροχα πλάσματά μου – fin, όχι όλα, αλλά μην τα ξαναλέμε, σ’αυτήν την παρέα το «εκεί» μπλέκεται τόσο συχνά με το εκεί, που καμιά φορά δε θυμόμαστε καν ποια είναι η αλήθεια – να φάμε. Και τρώμε και γελάμε και μιλάμε και ανταλλάσσουμε νέα στα πεταχτά, γιατί δεν έχω προλάβει να δω κανέναν τους, αλλά δεν πειράζει, δηλαδή πειράζει και μαζί δεν, οπότε all good ρε... Και την Τετάρτη τρέχω στο φυσιοθεραπευτή κι ύστερα για καφέ και βιβλία με τη μαμά Χ. και τις sis κι ύστερα Ελ. Βενιζέλος και αεροπλάνο για το CDG. Taxi (ξανά) για το σπίτι, ο οδηγός είναι Ασιάτης και καταλαβαίνω τα μισά από αυτά που λέει, αλλά συμφωνώ, όσο η κεντρική ιδέα είναι το να με πάει σπίτι μου, κατά προτίμηση όχι μέσω Λαμίας. Τον βλέπω από τον καθρέφτη που χαμογελάει όταν με ακούει να λέω “coucou” στο τηλέφωνο.
Είμαι κουρασμένη και μου λείπει κιόλας το εκεί μου σπίτι. Πριν προλάβω να μου κάνω την ερώτηση του $ 1.000.000 «Τι κάνω εγώ εδώ?», φτάνω στο εδώ μου σπίτι και πέφτω για ύπνο. Κι ύστερα το άλλο πρωί ξυπνάω, βγαίνω από το σπίτι και μυρίζει άνοιξη παρισινή, φτάνω στη δουλειά και νομίζω πως δεν έχω αυτό που ζήτησα, κι εσύ μου λες πως δεν ξέρω να κοιτάζω, και πράγματι πάνω στο γραφείο μου με περιμένει ένα βατραχάκι από χαρτί. Και χαμογελάω γιατί, όπως είπε και η Δ., μερικές φορές το ότι δε βλέπεις κάτι δε σημαίνει πως δεν είναι εκεί.
dancing gal
*Μ’αρέσουν τα origami. Γιατί παίρνεις ένα κομμάτι χαρτί, που μοιάζει μόνο με ένα κομμάτι χαρτί, και το διπλώνεις, το τσαλακώνεις, το ξεδιπλώνεις και το ξαναδιπλώνεις μέχρι που φτιάχνεις κάτι όμορφο. Κάτι που μοιάζει με κάτι άλλο. Κι ας μην είναι. Μ’αρέσουν γιατί είναι σαν τους ανθρώπους. Γιατί στην αρχή είναι δύο άνθρωποι, που μοιάζουν μόνο με δύο ανθρώπους, κι ύστερα «διπλώνονται», «τσαλακώνονται», «ξεδιπλώνονται» και «ξαναδιπλώνονται» μέχρι που φτιάχνουν κάτι όμορφο. Και δεν έχει σημασία πώς το λένε. Άλλωστε και στα origami ο καθένας βλέπει ό,τι θέλει. Αυτό που εγώ το βλέπω πάπια, εσύ το βλέπεις κύκνο. Σημασία έχει πως είναι όμορφο, μοναδικό και το έχουν φτιάξει μαζί.